.

ΧΟΥΝΤΑ ΕΙΝΑΙ. ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ;


«Χούντα είναι. Θα περάσει; / Δεν είναι δυνατόν να μην φοβάσαι όταν όλοι γύρω σου φοβούνται. Όταν σου λένε ότι σου επιτίθεται κάτι που δεν μπορείς ούτε να δεις, ούτε να ακούσεις, ούτε να μυρίσεις. Κάτι αόρατο και πανίσχυρο που δεν μπορείς να αντιληφθείς με κανένα τρόπο και να προφυλαχθείς κάπως ρε παιδάκι μου αφού καταλάβεις ότι έρχεται. Είναι μια αόρατη διαρκώς αιωρούμενη απειλή που στην πραγματικότητα δεν έχει προέλευση. Ένας ιός που μπορεί να υπάρχει παντού: στα αντικείμενα, στους άλλους ανθρώπους, σε σένα την ίδια.
Βγαίνοντας έξω και κυκλοφορώντας στους δρόμους της πόλης νομίζεις ότι έγινε καμιά πυρηνική καταστροφή. Μάσκες, γάντια, τρομοκρατημένα βλέμματα. Ως πεζή πάντα έκανα χώρο στους άλλους για να περάσουν αλλά τώρα πια δεν χρειάζεται – δεν προλαβαίνω, φεύγουν αυτοί από κοντά μου. Φοβούνται κι αυτοί. Τρέχοντας πηγαίνουν στο σούπερ, στο φαρμακείο, στην τράπεζα. Σαν να τους κυνηγάει κάποιος, σαν ψυχωτικοί που βιάζονται να ξεφύγουν από τον διώκτη τους. Το χειρότερο είναι τα μάτια τους : που πας; Γιατί βγήκες έξω; Έβγαλες και το παιδί; Τι μάνα είσαι εσύ; Δεν σκέφτεσαι τους άλλους; Μα πόσο ανεύθυνη είσαι; Δεν ακούς τι γίνεται;  Στα καφέ που είναι ακόμη ανοιχτά οι υπάλληλοι έχουν κάψει τα χέρια τους από τα αντισηπτικά και δεν σου χαμογελάνε πια. Να και κάτι καλό. Τουλάχιστον απαλλάχτηκαν από το φορτίο της επιτηδευμένης ευγένειας.
Σήμερα στο πάρκο συνάντησα έναν ηλικιωμένο άντρα που καθόταν στο παγκάκι κι όταν του είπα καλημέρα μου χαμογέλασε και με ρώτησε αν μας αφήνουν ακόμα να μιλάμε. Δεν ήξερα τι να του πω. Δεν του είπα τίποτα. Δεν ξέρω, μας αφήνουν;».
Το κείμενο μας το έστειλε αναγνώστριά μας κι αποφασίσαμε να το δημοσιεύσουμε.
Στη φώτο sidron / kize / nda. Κάμποσα χρόνια πριν – πολλά χρόνια μπροστά!