.

ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ 150 ΕΥΡΩ

Κατόπιν της ανάρτησής μας για την αντισυνταγματικότητα των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας (βλ. ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ - όχι της Πλατείας) αναγνώστης μας έστειλε υπόδειγμα αντιρρήσεων κατά της επιβολής προστίμου.
Σχολίασε ότι υπεύθυνος είναι αυτός που φροντίζει να μη διαδοθεί ο ιός και να μη παραβιαστεί το Σύνταγμα.
Προορίζεται λοιπόν για όσους έφαγαν πρόστιμο επειδή κατά την αναγκαία μετακίνησή τους δεν έφεραν καθόλου ή αρμόζουσα υπεύθυνη δήλωση.
Ως γνωστόν, οι αντιρρήσεις υποβάλλονται εντός 3 ημερών.
Σας το παραθέτουμε κι είναι στην κρίση και ευθύνη σας αν θα το χρησιμοποιήσετε ή όχι.
Για παραβάσεις βεβαιωμένες από τη Δημοτική Αστυνομία, ο Δήμος Αθηναίων προβλέπει και ηλεκτρονική υποβολή αντιρρήσεων στο eenstasi.cityofathens.gr/


Το δε κείμενο έχει ως εξής:
ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΩN
Την ..../...../2020 κι ώρα......... στ.......................................  μου βεβαιώθηκε από  Αστυνόμο της Υπηρεσίας σας η υπ’ αριθ..................................................... πράξη βεβαίωσης παράβασης ως πεζός για παραβίαση της παρ.7 του άρθρου 1ου της υπ αρθμ Δ1α/Γ.Π.οικ 20036 από 22.03.2020 ΚΥΑ, σε συνδυασμό με άρθρο 68 της από 20.03.2020 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α’68)κι άρθρο 104 του ΚΟΚ.
Υποβάλλω τις αντιρρήσεις μου κατά της παραπάνω πράξης βεβαίωσης και ζητώ να γίνουν δεκτές κα να μη μου βεβαιωθεί το πρόστιμο και οι διοικητικές ποινές για τους παρακάτω λόγους:
Με το άρθρο 5 παρ 3 του Συντάγματος προστατεύεται η προσωπική ελευθερία και αναφέρεται θετικά στην κατοχύρωση της ελευθερίας μετακίνησης του ατόμου εντός και εκτός της επικράτειας, στην εγκατάσταση και διαμονή του εντός αυτής, και αρνητικά στην απαγόρευση των οποιονδήποτε αυθαίρετων περιορισμών στην άσκηση της.
Στην παράγραφο 4 του άρθρου 5, ορίζεται ότι απαγορεύεται η λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων, προερχόμενων δηλαδή από την δημόσια διοίκηση, που να απαγορεύουν με οποιονδήποτε τρόπο στους έλληνες πολίτες την ελεύθερη είσοδο και έξοδο, εγκατάσταση και μετακίνηση εντός και εκτός της χώρας. Οι μόνοι περιορισμοί που μπορεί να τεθούν είναι δικαστικοί και μπορούν να ληφθούν με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία επιβάλει τέτοιους όρους ως παρεπόμενη ποινή σε έκτακτη ανάγκη και για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων. Σύμφωνα επίσης με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5, είναι δυνατοί δικαστικοί περιορισμοί, τους οποίους επιβάλει ο εισαγγελέας με άσκηση σχετικής ποινικής δίωξης και για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της προστασίας ασθενών.
Mε αυτή την εξαίρεση όμως επιτρέπονται περιορισμοί στην κίνηση προσώπων για τα οποία υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι πάσχουν από μεταδοτική ασθένεια με ατομικά διοικητικά μέτρα κι όχι για όλο τον πληθυσμό, διότι ένας τέτοιος απόλυτος περιορισμός δεν είναι ατομικό διοικητικό μέτρο.
Από την ίδια την έννοια της ελευθερίας προκύπτει ότι ή άσκηση της δεν εξαρτάται από κρατική άδεια. Το ίδιο ισχύει και για την κίνηση ή εγκατάσταση προσώπου εντός της χώρας. Αντισυνταγματική θα ήταν και ή επιβολή υποχρεώσεως δηλώσεως (αναγγελίας, γνωστοποιήσεως) κάθε κινήσεως, γιατί θα κατέληγε στην πράξη σε τέτοια συρρίκνωση και εξασθένιση του δικαιώματος, ώστε θα έθιγε τον ίδιο τον πυρήνα μιας ελευθερίας πού το Σύνταγμα διακηρύσσει ως «απαραβίαστη.
Για τα δε ατομικά διοικητικά μέτρα περιορισμού της ελευθερίας κίνησης οφείλει ο νομοθέτης να ορίσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και αντικειμενικό και δεν είναι δυνατό να εξισωθούν με έναν γενικό και καθολικό περιορισμό που αφορά όλους τους ανθρώπους σε όλη την επικράτεια.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και σε πόλεμο εφαρμόζεται στο άρθρο 48 του Συντάγματος και αναστέλλεται η  παράγραφος 4, αλλά όχι η παράγραφος 3 του άρθρου 5 που ανωτέρω αναλύθηκε.
Επιπλέον, μέσω της καθολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας θίγονται κι  άλλα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως η συνδικαλιστική ελευθερία, η ελευθερία της συνάθροισης και πολλά άλλα των οποίων η άσκηση προϋποθέτει την κυκλοφορία των ανθρώπων. Σημειωτέον επίσης  ότι το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος ανήκει στον σκληρό πυρήνα των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων με βάση το άρθρο 110 του Συντάγματος.
Κατά συνέπεια η εν λόγω πράξη βεβαίωσης είναι άκυρη ως αντισυνταγματική καθώς παραβαίνει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Συντάγματος.